The job Jobs did

There is a new imperative to look busy in public, to be texting, talking to someone on the phone and to be checking e-mail (preferably all at the same time). In cafes, once locations for talking, flirting, daydreaming, you now find ranks of freelancers, connected to their laptops by the umbilical cords of their earphones, eyes down. Jobs contributed to a complete reconfiguration of our social architecture.

Alice Twemlow, chair of the MFA Design Criticism program at the School of Visual Arts, in The Job Jobs Did.

25

Fiction.

Γνωρίστηκαν όταν η Χ πήγε για σπουδές στο εξωτερικό. Γνωρίστηκαν λίγο πριν η Χ επιστρέψει στην πατρίδα της. Τί θαυμάσια ειρωνία. Αλλά ήταν κι οι δυο τους τόσο νέοι κι ερωτευμένοι, τα ταξίδια που έπρεπε να κάνουν τους έμοιαζαν σαν σύντομες διακοπές. Ο Υ είχε μάθει να λέει – στα ελληνικά μάλιστα – το “ένα τσιγάρο δρόμος”.

Πέρασε ένας χρόνος. Ο Υ πετούσε τακτικά στην Ελλάδα. Η Χ έκανε δυο δουλειές για να τον συναντά στην πατρίδα του. Η Χ μετακομίζει πάλι, σ’ ένα ελληνικό νησί ημι-άγονης γραμμής. Οι πρώτοι δύο μήνες ήταν πραγματικά δύσκολοι. Βρήκε δουλειά, προσπαθούσε να συντονιστεί με τον καιρό, το καινούριο περιβάλλον. Δεν άντεχε την μοναξιά.

Ο χειμώνας μπήκε για τα καλά. Άρχισε να κάνει κρύο. Πολύ. Και υγρασία. Ο Υ την επισκέφθηκε. Είχε να τον δει πολύ καιρό. Με το που έφτασε στο νησί, ο Υ αρρώστησε. Η Χ έκανε την νοσοκόμα. Οι μέρες πέρασαν βασανιστικά κι ο Υ έφυγε. Η Χ και πάλι μόνη.

Ξαφνικά, δυο χρόνια μαζί. Επέτειος και φιλιά από το skype. Διακοπή ρεύματος. Η Χ μόνη. Κι ο Υ αισθάνεται μόνος. Την παίρνει τηλέφωνο. Τέλος χρόνου, κλείνουν. Κρύο, αέρας και βρέχει πάλι.

Ένα μήνα μετά η Χ κι ο Υ χώρισαν. Απ’ το τηλέφωνο. Σκατένιο ξερονήσι.

Η Χ βλέπει να ανεβάζουν φωτογραφίες από αυτό το νησί. Σκατένιο ξερονήσι.

or not?

24

Μμμ, ναι, πόσο χρονών είσαι; Και θες να κάνεις κάτι με τον εαυτό σου.

Ναι. Τώρα θυμήθηκες να ξεκινήσεις κάτι από την αρχή; Δε νομίζεις πως είναι κάπως αργά; Άλλοι στην ηλικία σου έχουν ήδη ‘φτιάξει’ ένα όνομα κι εσύ ακόμα δεν μπορείς να αποφασίσεις τί θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις. Τί είπες κουκλίτσα μου; Θες να σου δώσω παραδείγματα; Δεν δουλεύει έτσι το μηχάνημα. Θα σου πω αυτό μόνο: αυτό που έλεγες “Πως μπορώ να αποφασίσω, να διαλέξω πως θα ζήσω αν πρώτα δεν ταξιδέψω, δεν δω τον κόσμο, δεν διαβάσω, δεν ακούσω και δεν θαυμάσω τα πάντα” δεν ισχύει πια. Ενώ εσύ προσπαθείς να τα κάνεις όλα αυτά κι έχεις διανύσει το 1/3 (ναι, τόσο είναι, μην γουρλώνεις) του προσδόκιμού σου, οι άλλοι googlάρουν αλύπητα, φοράνε την λαγοστολή τους και σε προσπερνάνε.

Ναι, χέσε με με τον Αίσωπο, πέθανε κι αυτός.

εφιαλτες

Τα νέα την τάραξαν. 09:03, Τετάρτη.

Βρισκόταν στην εργασία της, μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή της, σ’ αυτό το μαγικό, τετράγωνο κουτί που κάνει τα γραμματάκια να χοροπηδούν, να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται ως δια μαγείας με το πρόσταγμα του ποντικιού, ή με τις ορέξεις του εκάστοτε προγραμματιστή. Είχε ήδη παραγγείλει τον καφέ της, ο οποίος για ακόμη μια φορά είχε καθυστερήσει χαρακτηριστικά. Για κάποιο λόγο ο καφετζής του κτιρίου είχε την τάση να καθυστερεί -ή και να ξεχνάει πλήρως- πάντα και μόνο τον δικό της καφέ. Ήταν για ακόμη μία φορά η πρώτη που είχε φτάσει στο γραφείο. Οι συνάδελφοι ακόμη άφαντοι. Οι καθαρίστριες του κτιρίου για ακόμη μια φορά δεν είχαν περάσει από το γραφείο της. Φυσικά. Ο κάδος επιδείκνυε περήφανα τα περιεχόμενα του: το πλαστικό ποτήρι του χθεσινού καφέ, το χαρτί της τυρόπιτας… Όλα έδειχναν πως θα είναι ακόμα μια τυπική μέρα.

Όχι.

09:05. Ανοίγει τα e-mails της. Διαγράφει κατευθείαν τα πρώτα πέντε. Είναι όλα από αυτόν τον γραφικό Ismail. Είναι εκείνη η ώρα της ημέρας που η ηρωίδα μας αναρωτιέται γιατί γράφτηκε σ’ αυτή την λίστα, τα περισσότερα e-mails που λαμβάνει είναι τουλάχιστον αδιάφορα.

09: 08. Βλέπει ΤΟ e-mail. Το ανοίγει. Με το ποντίκι κάνει κλικ πάνω σε ένα link που ένας φίλος της είχε ήδη στείλει από τις 04:56 CET . Το link γράφει: “Steve Jobs resigns. Rumour has it he will be joining forces with Darth Vader to bring down the Jedi Order.”

Ακούγεται ξαφνικά ένας μονότονος ήχος από το βάθος, σαν ήχος τηλεφώνου. Όχι. μισό λεπτό, σαν κουδούνι πόρτας. Ναι, ΕΙΝΑΙ κουδούνι πόρτας! Η ηρωίδα μας ξυπνάει ιδρωμένη και ελαφρώς αλαφιασμένη. 19: 32. Οι φιλοξενούμενοι γύρισαν από την απογευματινή τους βόλτα. Ευτυχώς. Που σημαίνει πως ο Steve δεν ένωσε τις δυνάμεις του με τον Darth Vader. Ανακάθεται στον καναπέ μερικά δευτερόλεπτα ακόμα πριν σηκωθεί να ανοίξει την πόρτα. Η παραίτησή του όμως από την Apple δεν ήταν όνειρο.

* Οι μέρες και οι ώρες είναι απολύτως τυχαίες. Και πολλά άλλα.

23

Ξαφνικά καταλαβαίνεις πως την μια στιγμή οι φίλοι σου περίσσευαν και τώρα πια δεν σου φτάνουν*. Το σκέφτεσαι λίγο και μετά καταλαβαίνεις: έχει φτάσει εκείνο το χρονικό σημείο που έχουν όλοι ζευγαρώσει ή προσπαθούν με νύχια και με δόντια να ζευγαρώσουν και όπως κάποτε σου είχε πει και η μαμά σου – και κακώς δεν την άκουσες – “στους δύο τρίτος δεν χωρεί”.

Πράγματι, δεν χωρεί. Προσπάθησε να στριμωχθείς σ’ ένα τους βράδυ. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη μοναξιά. Είτε τους ακομπανιάρεις στο σινεμά, είτε στο μπαρ, είσαι η σκιά που τους ακολουθεί, είσαι αυτός που τους διακόπτει από το δημόσιο φάσωμα (οι γύρω σας δηλαδή δεν σας ενοχλούν;), είσαι αυτός που θα τον ρωτάν συνέχεια “Έλα πες που θέλεις να πάμε, αν ήταν για μας καθόμασταν και σπίτι” (δηλαδή μου κάνετε χάρη;;), είσαι αυτός που καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω απ’ τ’ άλλο ακούγοντας άχαρες ιστορίες για το πως η Χ γνώρισε τους γονείς του Υ, για τις μαξιλαροθήκες από το ΙΚΕΑ…

Να εύχεσαι να μην είσαι σε διαδικασία διακοπής καπνίσματος. Ή να μην θελήσει η Χ (ή ο Υ) να πάει στην τουαλέτα. Ή (δεν έχω χειρότερο) να θέλουν να σε αποκαταστήσουν. Άλλο δράμα, άλλο post. Αυτό θα σου πω μόνο γιατί το ζω 2 χρόνια τώρα on and off: πως είναι το τελευταίο 5νθήμερο εκπτώσεων ό,τι-πάρεις-5-ευρώ; Αυτό. Ένας τελευταίος μας έμεινε, ξάδερφος από το χωριό, χρωστάμε και χάρη στην μάνα του που ‘ναι και γειτόνισσα, να τον σπρώξουμε. Πιο κοντός από ‘σενα, φαλακρός, άξεστος, μπορεί να ‘ναι και παρθένος (όχι στο ζώδιο), αλλά στην ηλικία σου μην ζητάς και τον ιππότη στο άσπρο άλογο, η κλιμακτήριος είναι κοντά. ΟΡΙΣΤΕ?!

* στην πράξη οι φίλοι ποτέ δεν περισσεύουν, ποτέ δεν είναι αρκετοί, αλλά καταλαβαίνεις τί θέλω να πω, n’est-ce pas?

22 Make believe

I have nowhere else to turn to. You are what people call my ‘last resort’. Sad, I know. For both of us really. I’m out of choices and you just have to go with it because, let’s just be honest, if it weren’t for me, you would be out of choices, too, right?

So, if anyone asks, we’ll pretend.