J’ai tant rêvé de toi

J’ai tant rêvé de toi que tu perds ta réalité.
Est-il encore temps d’atteindre ce corps vivant
Et de baiser sur cette bouche la naissance 
De la voix qui m’est chère?

J’ai tant rêvé de toi que mes bras habitués 
En étreignant ton ombre
A se croiser sur ma poitrine ne se plieraient pas
Au contour de ton corps, peut-être.
Et que, devant l’apparence réelle de ce qui me hante
Et me gouverne depuis des jours et des années,
Je deviendrais une ombre sans doute.
O balances sentimentales.

J’ai tant rêvé de toi qu’il n’est plus temps
Sans doute que je m’éveille.
Je dors debout, le corps exposé
A toutes les apparences de la vie
Et de l’amour et toi, la seule
qui compte aujourd’hui pour moi,
Je pourrais moins toucher ton front
Et tes lèvres que les premières lèvres
et le premier front venu.

J’ai tant rêvé de toi, tant marché, parlé,
Couché avec ton fantôme
Qu’il ne me reste plus peut-être,
Et pourtant, qu’a être fantôme
Parmi les fantômes et plus ombre 
Cent fois que l’ombre qui se promène
Et se promènera allègrement
Sur le cadran solaire de ta vie.

Τα Απαραίτητα | Χρήστος Παπαμιχάλης

To παρακάτω το βρήκα και το διάβασα εδώ. Τον Χρήστο Παπαμιχάλη τον βρίσκεις και εδώ.

———-

Το ασανσέρ χαλασμένο και παρατημένο έτσι εδώ και καιρό. Άρχισαν να ανεβαίνουν τους ορόφους με στάση σε κάθε πλατύσκαλο. Όχι για ανάσες. Για μια αγκαλιά. Για ένα έστω φιλί. Δόση μέχρι τον επόμενο όροφο. Γέλαγαν και οι δύο στην σκέψη μιας πόρτας που μπορεί να άνοιγε ξαφνικά. Πλατύσκαλο. Φιλί. Και μετά χέρι χέρι μέχρι το επόμενο. Πλατύσκαλο. Αγκαλιά. Φιλί. Το μπλουζάκι μένει στα κάγκελα του 3ου. Ακόμα ένας όροφος. 27 σκαλιά μετρημένα και ένα ακόμα πλατύσκαλο. Το παντελόνι σου. Το παντελόνι μου. Αγκαλιά και ένα φιλί που χάνει το μέτρημα του χρόνου.

Κανείς τους δεν ξέρει πόσο κράτησε. Το κλειδί γυρνάει στην πόρτα, το φως από την λάμπα του δρόμου μπαίνει λοξά και δεν βρίσκει πουθενά εμπόδιο για να κάνει σκιές. Μόνο δυο σώματα. Κάνει βήματα προς τα πίσω. Όχι από ανασφάλεια. Από την απόλυτη ασφάλεια. Έχει αφεθεί. Ένα στρώμα στο πάτωμα και το ίδιο φως από την λάμπα του δρόμου που μπαίνει λοξά και δεν βρίσκει πουθενά εμπόδιο για να κάνει σκιές. Ούτε τα 2 σώματα. Έχουν πέσει στο στρώμα.

Όταν βρέθηκαν εκεί δεν έχει μείνει πια κανένα ρούχο πάνω τους. Ίσως μόνο το εσώρουχο. Παρατήρησε το χρώμα των σεντονιών. Μόνο γιατί έδειχναν τόσο μπλε μέσα στο σκοτάδι. Σα να βουτάει στον βυθό. Και μετά την μυρωδιά τους. Που δεν ήταν του απορρυπαντικού. Που ήταν η ίδια με το σώμα που τώρα αγκάλιαζε. Όπου και να γύρναγε η ίδια μυρωδιά. Την ρουφούσε και δεν έφτανε. Μούδιασμα από την μία.

Όλες οι αισθήσεις σε λειτουργία από την άλλη. Χέρια. Στόματα. Χέρια. Κάτω. Μέσα. «Αυτό που ζω τώρα», σκέφτηκε «μπορεί να είναι το πάντα. Αν υπάρχει «πάντα», αυτό είναι.» Χέρια. Χείλια. Ανάσα. Μυρωδιά. Αφή. Και αυτό που δεν είχε ξανανιώσει πριν από το χθες και το ξαναζούσε για δεύτερη φορά τώρα. Αυτή η αίσθηση ότι ανήκει. Ότι εδώ ανήκει. Το βάρος του άλλου σώματος. Ωραίο βάρος. Η μυρωδιά του. Η ανάσα βάραινε. Κι άλλο. Τελείωνε. Τελείωνε. Τελείωνε. Τελείωσε. Υδρώτας. Μυρωδιά. Χέρια. Χείλια. Αγκαλιά. Ηρεμία. Αγκαλιά. Και το φως από την λάμπα του δρόμου.

-Είσαι σαν παιδάκι στο ημίφως

-Σ’ αγαπάω

Ένα ρήμα που ξέφυγε από μόνο του. Άκουσε την λέξη που μόλις είπε καιπαραξενεύτηκε. Όχι που το είπε. Που το ένιωθε. Όχι μόνο που το ένιωθε. Που μπορούσε να το πει. Έτσι. Χωρίς να το περάσει από κανένα φίλτρο. Έτσι. Μέσα σε ένα βράδυ σταμάτησε να αυτολοκρίνεται. Και ξεκίνησε να μιλάει. Να βάζει σε λέξεις αυτό που ένιωθε. Όπως το ένιωθε.

-Σ’ αγαπάω, είπε πάλι.

-Όλα τα κύτταρα χειροκροτούν. Σαν να σε ήξερα μια ζωή.

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε τι συνέβαινε. Είχε βρει μια αγκαλιά να χωράει ακριβώς. Ένιωσε ότι ανήκει. «Χωράω ακριβώς» σκέφτηκε φωναχτά. Άκουσε τις λέξεις και δεν μπορούσε να πιστέψει πώς μπόρεσαν τελικά αυτές οι δύο λέξεις να μπουν στην σειρά. Όχι από μόνες τους. Αλλά με το νόημα που κουβαλάνε. Κάποιος εκεί μέσα, στο μυαλό, χαμογελούσε. Άκουγε το χαμόγελο. Άκουγε τον θόρυβο που έκανε το φως της λάμπας όπως έσκαγε λοξά στο πάτωμα του δωματίου.

Τώρα που τα μάτια συνήθισαν το ημίφως κοίταξε γύρω. Κοίταξε πάνω. Από πάνω τους μόνο ένας ουρανός. Μόνο ο ουρανός. Από πάνω τους κρεμόταν μόνο ο ουρανός με ένα φεγγάρι στην γέμιση. Λίγων ημερών. Με ένα φεγγάρι χαμόγελο. Δεν υπήρχε ο από πάνω όροφος.

Μόνο ο ουρανός. Δεν υπήρχαν παράθυρα. Πόρτες. Δεν υπήρχαν οι τοίχοι του σπιτιού. Δεν υπήρχε τίποτα μέσα στο σπίτι. Μόνο το φως από την λάμπα του δρόμου που έπεφτε λοξά και δεν έβρισκε πουθενά εμπόδια για να κάνει σκιές.

Μόνο το φως, μόνο αυτό εδώ το στρώμα, μόνο αυτή εδώ η αγκαλιά, αυτή εδώ η ανάσα, μόνο αυτή αυτή εδώ η μυρωδιά. Και μόνο αυτή η αίσθηση. Ότι επιτέλους ανήκει. Είδε το πλάνο να ανοίγει και την κάμερα να τους τραβάει από ψηλά. Δύο σώματα βυθισμένα στο μπλε του κοβαλτίου των σεντονιών.

Μια αγκαλιά στην οποία χώραγε ακριβώς. Έριξε το βλέμα προς την κάμερα. Από πάνω της μόνο ο ουρανός. Γεμάτος αστέρια. Τα απαραίτητα σκέφτηκε. Τα απαραίτητα συνειδητοποίησε. Χρειάστηκε να αποκτήσει και να χάσει τα πάντα για να μάθει την λέξη. «Τα απαραίτητα» ξανασκέφτηκε. Πιο δυνατά αυτήν την φορά. Έχασε αυτά που νομίζε ως «τα πάντα» και τώρα, μετά την κρίση, κέρδισε μια λέξη. Μια ζωή. Μια λέξη. Μια αγκαλιά που χωράει ακριβώς. Μια λέξη. Και τον άνθρωπό του. «Τα απαραίτητα» είπε.

– Ξέρεις κάτι; Μπορώ να ζήσω μόνο με αυτό. Εσύ κι εγώ. Τα απαραίτητα.

37

Τί κάνεις όταν αισθάνεσαι τόσο λίγος για τον άλλο;

Όταν είναι πέραν της απλής αίσθησης και αποτελεί μια βεβαιότητα πια; Πως παλεύεις να ανέβεις τα σκαλιά που σας χωρίζουν; Γιατί δεν θέλεις να κατέβει, δεν θέλεις να βρεθείτε στη μέση. Τον αγάπησες γιατί στέκεται εκεί ψηλά. Μακριά από ‘σένα. Το άγγιγμα του σε καίει, η φωνή του βουίζει στ’ αυτιά σου, η λάμψη του σε τυφλώνει. Αλλά αυτό ήθελες. Πάντα. Αλλά είσαι λίγος. Και τα σκαλιά που πρέπει ν’ ανέβεις ο αρχιτέκτονας τα ‘φτιαξε δυσθεόρατα για το άνοιγμά σου. Για τα κοντά σου πόδια.

Τι κάνεις;