Η Ερώτηση της Μαργαρίτας

Είσαι μέσα στις Συμπληγάδες πέτρες της αναζήτησης σου, που ανοιγοκλείνουν ακατάπαυστα. Κάμε να μη σε συντρίψουν. Μαζί με τους Αργοναύτες.
Ανεβάζεις το βράχο της απορίας σου από τη βάση του όρους στην κορυφή, και γκρεμίζεται ακατάπαυστα. Κάμε να μην παραιτηθείς. Μαζί με το Σίσυφο.
Δεμένος πιστάγκωνα σκύβεις στη λίμνη να πιεις, και κάτωθέ σου το νερό υποχωρεί ακατάπαυστα. Κάμε να μην πεθάνεις από τη δίψα σου. Μαζί με τον Τάνταλο.

Και σ’ ένα πλαίσιο καταλογισμού ευθυνών αναφορικά με την ατομική μας προαίρεση, στην ερώτηση της Μαργαρίτας η απόκριση του Φάουστ θα είχε να μας ειπεί:
Όποιος πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό θεό. Όποιος δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό άνθρωπο.
Όποιος πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ζωντανό το νόμο της φύσης. Απλά, καταληπτά, και στα μέτρα του ανθρώπου ζει το θαύμα του κόσμου.

—-
Margaret: Without wanting it, though. You’ve passed so many years without confession, or mass. Do you believe in God?
Faust: My darling, who dare say: ‘I believe in God’? Choose priest to ask, or sage, the answer would seem a joke, would it not, played on whoever asks?

http://www.poetryintranslation.com/PITBR/German/FaustIScenesXVItoXXV.htm

The trouble with ‘looking’

… after all I listened and talked but that was not all I did in knowing at any present time when I was stating anything what anything was. I was also looking, and that could not be entirely left out. The trouble with including looking … was that in regard to human beings looking inevitability carried in its train realizing movements and expressions and as such forced me into recognizing resemblances, and so forced remembering and in forcing remembering caused confusion of present with past and future time.

Gertrude Stein, Tender Buttons

Let her drink (and smoke)

Εκείνη.
Καθόταν μόνη μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο.
Κάθε ανάμνηση από τότε μια πληγή,έτοιμη να ανοίξει ξανά με τα πρώτα δάκρυα.
Μια πληγή που δεν επουλώνεται.
Καπνίζεις,της είπε εκείνος.
Καπνίζεις πολύ,πρέπει να το κόψεις.
Τον κοίταξε αδιάφορα.
Τι όμορφο βλέμμα,σκέφτηκε.
Νόμιζε πως εκείνη δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς το τσιγάρο,όπως οι άνθρωποι χωρίς το οξυγόνο.
Κάπνιζε.
Κάπνιζε όντως πολύ.
Λες να πρέπει να το κόψω; σκέφτηκε.
Μπα.
Το τσιγάρο.
Μόνο εκείνο είχε.
Ένα τσιγάρο μόνιμα αναμμένο δίπλα της.
Και τώρα;
Τώρα είχε και εκείνον.
Την κοίταζε και εκείνη ένιωθε το βλέμμα του να ταξιδεύει πάνω της.
Τι παράξενος άνθρωπος είναι,σκέφτηκε εκείνος.
Μα γιατί δε μου μιλάει;
Και φαίνεται τόσο θλιμένη ώρες ώρες.
Ξαφνικά γύρισε προς το μέρος του.
Τον κοίταζε επιθετικά.
-Γιατί ήρθες;
-Για να δω εσένα,απάντησε ήρεμος.
-Θα φύγεις κι εσύ;
-Γιατί να φύγω;
-Γιατί δεν έχεις λόγο να έρχεσαι.
-Έτσι νομίζεις;
Σταμάτησε και πάλι να μιλάει.
Μα τι να κάνω; σκέφτηκε εκείνος.
Συνέχιζε να καπνίζει.
-Μην καπνίζεις τόσο πολύ,σταμάτα.
-Δε θα μου πεις.
-Θα σου πω.
-Τι θες;
-Πάμε να φύγουμε.
-Τι;
-Πάμε να φύγουμε μαζί.Τώρα.Έτσι κι αλλιώς εσένα θέλω να έχω.
Εκείνη κοίταζε τ’αστέρια.
Ήρθε από πίσω της και την αγκάλιασε.
Τι όμορφη η μυρωδιά του,σκέφτηκε.
Και τότε κατάαβε πως η μυρωδιά του,το χαμόγελο του,το βλέμμα του,ηρεμούσαν κάθε κομμάτι του εαυτού της.
-Μη μ’αφήσεις,ψιθύρισε.
-Ποτέ,απάντησε εκείνος.
Και έμειναν εκεί αγκαλιασμένοι.
Και φίλησε κάθε μέρος του σώματος της.
Και έκλεισε κάθε πληγή πάνω της,με τα φιλιά του.
Ακόμα κι εκείνες,ξέρεις.
Εκείνες τις βαθιές που πονάνε.
Που λες πως δε θα περάσουν ποτέ.
Ακόμα κι εκείνες έσβησε.
Έχτισε έναν καινούριο κόσμο πάνω στο σώμα της.
Τον κόσμο του που τόσο ποθούσε να μοιραστεί με εκείνη.

(via let-me-drink)

How Rilke described his first meeting with Rodin in a letter to his wife Clara on September 2, 1902.

Yesterday, Monday afternoon at three o’clock, I was at Rodin’s for the first time. Atelier 182 rue de l’Universite. I went down the Seine. He had a model, a girl. Had a little plaster object in his hand on which he was scraping about. He simply quit work, offered me a chair, and we talked. He was kind and gentle. And it seemed to me that I had always known him. That I was only seeing him again; I found him smaller, and yet more powerful, more kindly, and more noble. That forehead, the relationship it bears to his nose which rides out of it like a ship out of harbor … that is very remarkable. Character of stone is in that forehead and that nose. And his mouth has a speech whose ring is good, intimate, and full of youth. So also is his laugh, that embarrassed and at the same time joyful laugh of a child that has been given lovely presents. He is very dear to me. That I knew at once. We spoke of many things (as far as my queer language and his time permitted)… . Then he went on working and begged me to inspect everything that is in the studio. That is not a little. The “hand” is there. C’est une main comme-ça (he said and made with his own so powerful a gesture of holding and shaping that one seemed to see things growing out of it).

(via fourteenth)