79

Αφού έστησα με την βοήθεια του “γυμνού μαραγκού” την βιβλιοθήκη από το ΙΚΕΑ, τοποθέτησα με περίσσια προσοχή τα βινύλια στη θέση τους. Αποτελειώσαμε τον καφέ μας και μετά αυτός καβάλησε το δίτροχο κι έφυγε. Κατέβασα σκουπίδια, έπλυνα πιάτα, άλλαξα σεντόνια, μάζεψα τ’ απλωμένα, συμμάζεψα το κωλοχανείο που λέω σαλόνι (να θυμηθώ να σκουπίσω και να σφουγγαρίσω), κι έβαλα το πρώτο πλυντήριο.

“Οι Κυριακές έπρεπε να αφιερώνονται στην ξεκούραση, στο αγνό, ανόθευτο σάπισμα”, σκεφτόμουν την ώρα που ένιωθα μέχρι και το βρακί μου ιδρωμένο.

Παράλληλα, ετοίμαζα το δεύτερο πλυντήριο.

“Σκατά. Ακόμα δεν τελείωσα τις παρουσιάσεις για την δουλειά”. Έφτιαξα δεύτερο καφέ κι άλλαξα το ιδρωμένο βρακί. Στο πικ απ, έβαλα Θέμη Ανδρεάδη.

Κάποτε θα πρέπει να κάνουμε μια παύση και ν’ αρχίσουμε ίσως να ζούμε.

78

– Ίσως πρέπει να βάλω έναν ανεμιστήρα στην κρεβατοκάμαρα, ξέρεις, από αυτούς της οροφής. Θα κοιμόμαστε κι αυτός θα γυρίζει γύρω-γύρω, φρουπ-φρουπ-φρουπ. Άκουσα οτι είναι καλύτεροι από τα κλιματιστικά.
– Ναι, είναι καλύτεροι. Με 150 ευρώ παίρνεις έναν.
– Δεν θέλω από αυτούς τους φθηνούς. Θέλω από αυτούς που δεν κάνουν καθόλου θόρυβο. Είχα διαβάσει για κάποιους που πιτσιλάνε και λίγο νερό. Σα να φτιάχνουν μικροκλίμα γύρω από το κρεββάτι.
– Θα σαπίσει το στρώμα.
– Αχ, μα σταμάτα.

(Κλείνω το μάτια κι είμαι ξαπλωμένη σε μια αιώρα, φοράω χαβανέζικα κι από πάνω είναι ο ανεμιστήρας. Φρουπ-φρουπ-φρουπ. Ο ήχος είναι σχεδόν ανεπαίσθητος. Μικροσταγόνες δροσίζουν, ενυδατώνουν σχεδόν, το πρόσωπό μου. Ακούω παφλασμούς από το βάθος. Δεν έχει ζέστη. Δεν έχω έγνοιες. Έχω τελειώσει το διδακτορικό.)