The trouble with ‘looking’

… after all I listened and talked but that was not all I did in knowing at any present time when I was stating anything what anything was. I was also looking, and that could not be entirely left out. The trouble with including looking … was that in regard to human beings looking inevitability carried in its train realizing movements and expressions and as such forced me into recognizing resemblances, and so forced remembering and in forcing remembering caused confusion of present with past and future time.

Gertrude Stein, Tender Buttons

system – deconstruction

If by ‘system’ is meant—and this is the minimal sense of the word—a sort of consequence, coherence and insistence—a certain gathering together—there is an injunction to the system that I have never renounced, and never wished to. This can be seen in the recurrence of motifs and references from one text to another in my work, despite the differing occasions and pretexts—a recurrence that, having reached a certain age, I find rather striking. What I have managed to write in the course of these past thirty years has been guided by a certain insistence that others may well find downright monotonous. ‘System,’ however, in a philosophical sense that is more rigorous and perhaps more modern, can also be taken to mean a totalization in the configuration, a continuity of all statements, a form of coherence (not coherence itself), involving the syllogicity of logic, a certain syn which is no longer simply that of gathering in general, but rather of the assemblage of ontological propositions. In that case deconstruction, without being anti-systematic, is on the contrary, and nevertheless, not only a search for, but itself a consequence of, the fact that the system is impossible; it often consists, regularly or recurrently, in making appear—in each alleged system, in each self-interpretation of and by a system—a force of dislocation, a limit in the totalization, a limit in the movement of syllogistic synthesis. Deconstruction is not a method for discovering that which resists the system; it consists, rather, in remarking, in the reading and interpretation of texts, that what has made it possible for philosophers to effect a system is nothing other than a certain dysfunction or ‘disadjustment,’ a certain incapacity to close the system. Wherever I have followed this investigative approach, it has been a question of showing that the system does not work, and that this dysfunction not only interrupts the system but itself accounts for the desire for system, which draws its élan from this very disadjoinment, or disjunction. On each occasion, the disjunction has a privileged site in that which one calls a philosophical corpus. Basically, deconstruction as I see it is an attempt to train the beam of analysis onto this disjointing link.

Jacques Derrida, “I Have A Taste For The Secret”

Let her drink (and smoke)

Καθόταν μόνη μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο.
Κάθε ανάμνηση από τότε μια πληγή,έτοιμη να ανοίξει ξανά με τα πρώτα δάκρυα.
Μια πληγή που δεν επουλώνεται.
Καπνίζεις,της είπε εκείνος.
Καπνίζεις πολύ,πρέπει να το κόψεις.
Τον κοίταξε αδιάφορα.
Τι όμορφο βλέμμα,σκέφτηκε.
Νόμιζε πως εκείνη δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς το τσιγάρο,όπως οι άνθρωποι χωρίς το οξυγόνο.
Κάπνιζε όντως πολύ.
Λες να πρέπει να το κόψω; σκέφτηκε.
Το τσιγάρο.
Μόνο εκείνο είχε.
Ένα τσιγάρο μόνιμα αναμμένο δίπλα της.
Και τώρα;
Τώρα είχε και εκείνον.
Την κοίταζε και εκείνη ένιωθε το βλέμμα του να ταξιδεύει πάνω της.
Τι παράξενος άνθρωπος είναι,σκέφτηκε εκείνος.
Μα γιατί δε μου μιλάει;
Και φαίνεται τόσο θλιμένη ώρες ώρες.
Ξαφνικά γύρισε προς το μέρος του.
Τον κοίταζε επιθετικά.
-Γιατί ήρθες;
-Για να δω εσένα,απάντησε ήρεμος.
-Θα φύγεις κι εσύ;
-Γιατί να φύγω;
-Γιατί δεν έχεις λόγο να έρχεσαι.
-Έτσι νομίζεις;
Σταμάτησε και πάλι να μιλάει.
Μα τι να κάνω; σκέφτηκε εκείνος.
Συνέχιζε να καπνίζει.
-Μην καπνίζεις τόσο πολύ,σταμάτα.
-Δε θα μου πεις.
-Θα σου πω.
-Τι θες;
-Πάμε να φύγουμε.
-Πάμε να φύγουμε μαζί.Τώρα.Έτσι κι αλλιώς εσένα θέλω να έχω.
Εκείνη κοίταζε τ’αστέρια.
Ήρθε από πίσω της και την αγκάλιασε.
Τι όμορφη η μυρωδιά του,σκέφτηκε.
Και τότε κατάαβε πως η μυρωδιά του,το χαμόγελο του,το βλέμμα του,ηρεμούσαν κάθε κομμάτι του εαυτού της.
-Μη μ’αφήσεις,ψιθύρισε.
-Ποτέ,απάντησε εκείνος.
Και έμειναν εκεί αγκαλιασμένοι.
Και φίλησε κάθε μέρος του σώματος της.
Και έκλεισε κάθε πληγή πάνω της,με τα φιλιά του.
Ακόμα κι εκείνες,ξέρεις.
Εκείνες τις βαθιές που πονάνε.
Που λες πως δε θα περάσουν ποτέ.
Ακόμα κι εκείνες έσβησε.
Έχτισε έναν καινούριο κόσμο πάνω στο σώμα της.
Τον κόσμο του που τόσο ποθούσε να μοιραστεί με εκείνη.

(via let-me-drink)

Τα Απαραίτητα | Χρήστος Παπαμιχάλης

To παρακάτω το βρήκα και το διάβασα εδώ. Τον Χρήστο Παπαμιχάλη τον βρίσκεις και εδώ.


Το ασανσέρ χαλασμένο και παρατημένο έτσι εδώ και καιρό. Άρχισαν να ανεβαίνουν τους ορόφους με στάση σε κάθε πλατύσκαλο. Όχι για ανάσες. Για μια αγκαλιά. Για ένα έστω φιλί. Δόση μέχρι τον επόμενο όροφο. Γέλαγαν και οι δύο στην σκέψη μιας πόρτας που μπορεί να άνοιγε ξαφνικά. Πλατύσκαλο. Φιλί. Και μετά χέρι χέρι μέχρι το επόμενο. Πλατύσκαλο. Αγκαλιά. Φιλί. Το μπλουζάκι μένει στα κάγκελα του 3ου. Ακόμα ένας όροφος. 27 σκαλιά μετρημένα και ένα ακόμα πλατύσκαλο. Το παντελόνι σου. Το παντελόνι μου. Αγκαλιά και ένα φιλί που χάνει το μέτρημα του χρόνου.

Κανείς τους δεν ξέρει πόσο κράτησε. Το κλειδί γυρνάει στην πόρτα, το φως από την λάμπα του δρόμου μπαίνει λοξά και δεν βρίσκει πουθενά εμπόδιο για να κάνει σκιές. Μόνο δυο σώματα. Κάνει βήματα προς τα πίσω. Όχι από ανασφάλεια. Από την απόλυτη ασφάλεια. Έχει αφεθεί. Ένα στρώμα στο πάτωμα και το ίδιο φως από την λάμπα του δρόμου που μπαίνει λοξά και δεν βρίσκει πουθενά εμπόδιο για να κάνει σκιές. Ούτε τα 2 σώματα. Έχουν πέσει στο στρώμα.

Όταν βρέθηκαν εκεί δεν έχει μείνει πια κανένα ρούχο πάνω τους. Ίσως μόνο το εσώρουχο. Παρατήρησε το χρώμα των σεντονιών. Μόνο γιατί έδειχναν τόσο μπλε μέσα στο σκοτάδι. Σα να βουτάει στον βυθό. Και μετά την μυρωδιά τους. Που δεν ήταν του απορρυπαντικού. Που ήταν η ίδια με το σώμα που τώρα αγκάλιαζε. Όπου και να γύρναγε η ίδια μυρωδιά. Την ρουφούσε και δεν έφτανε. Μούδιασμα από την μία.

Όλες οι αισθήσεις σε λειτουργία από την άλλη. Χέρια. Στόματα. Χέρια. Κάτω. Μέσα. «Αυτό που ζω τώρα», σκέφτηκε «μπορεί να είναι το πάντα. Αν υπάρχει «πάντα», αυτό είναι.» Χέρια. Χείλια. Ανάσα. Μυρωδιά. Αφή. Και αυτό που δεν είχε ξανανιώσει πριν από το χθες και το ξαναζούσε για δεύτερη φορά τώρα. Αυτή η αίσθηση ότι ανήκει. Ότι εδώ ανήκει. Το βάρος του άλλου σώματος. Ωραίο βάρος. Η μυρωδιά του. Η ανάσα βάραινε. Κι άλλο. Τελείωνε. Τελείωνε. Τελείωνε. Τελείωσε. Υδρώτας. Μυρωδιά. Χέρια. Χείλια. Αγκαλιά. Ηρεμία. Αγκαλιά. Και το φως από την λάμπα του δρόμου.

-Είσαι σαν παιδάκι στο ημίφως

-Σ’ αγαπάω

Ένα ρήμα που ξέφυγε από μόνο του. Άκουσε την λέξη που μόλις είπε καιπαραξενεύτηκε. Όχι που το είπε. Που το ένιωθε. Όχι μόνο που το ένιωθε. Που μπορούσε να το πει. Έτσι. Χωρίς να το περάσει από κανένα φίλτρο. Έτσι. Μέσα σε ένα βράδυ σταμάτησε να αυτολοκρίνεται. Και ξεκίνησε να μιλάει. Να βάζει σε λέξεις αυτό που ένιωθε. Όπως το ένιωθε.

-Σ’ αγαπάω, είπε πάλι.

-Όλα τα κύτταρα χειροκροτούν. Σαν να σε ήξερα μια ζωή.

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε τι συνέβαινε. Είχε βρει μια αγκαλιά να χωράει ακριβώς. Ένιωσε ότι ανήκει. «Χωράω ακριβώς» σκέφτηκε φωναχτά. Άκουσε τις λέξεις και δεν μπορούσε να πιστέψει πώς μπόρεσαν τελικά αυτές οι δύο λέξεις να μπουν στην σειρά. Όχι από μόνες τους. Αλλά με το νόημα που κουβαλάνε. Κάποιος εκεί μέσα, στο μυαλό, χαμογελούσε. Άκουγε το χαμόγελο. Άκουγε τον θόρυβο που έκανε το φως της λάμπας όπως έσκαγε λοξά στο πάτωμα του δωματίου.

Τώρα που τα μάτια συνήθισαν το ημίφως κοίταξε γύρω. Κοίταξε πάνω. Από πάνω τους μόνο ένας ουρανός. Μόνο ο ουρανός. Από πάνω τους κρεμόταν μόνο ο ουρανός με ένα φεγγάρι στην γέμιση. Λίγων ημερών. Με ένα φεγγάρι χαμόγελο. Δεν υπήρχε ο από πάνω όροφος.

Μόνο ο ουρανός. Δεν υπήρχαν παράθυρα. Πόρτες. Δεν υπήρχαν οι τοίχοι του σπιτιού. Δεν υπήρχε τίποτα μέσα στο σπίτι. Μόνο το φως από την λάμπα του δρόμου που έπεφτε λοξά και δεν έβρισκε πουθενά εμπόδια για να κάνει σκιές.

Μόνο το φως, μόνο αυτό εδώ το στρώμα, μόνο αυτή εδώ η αγκαλιά, αυτή εδώ η ανάσα, μόνο αυτή αυτή εδώ η μυρωδιά. Και μόνο αυτή η αίσθηση. Ότι επιτέλους ανήκει. Είδε το πλάνο να ανοίγει και την κάμερα να τους τραβάει από ψηλά. Δύο σώματα βυθισμένα στο μπλε του κοβαλτίου των σεντονιών.

Μια αγκαλιά στην οποία χώραγε ακριβώς. Έριξε το βλέμα προς την κάμερα. Από πάνω της μόνο ο ουρανός. Γεμάτος αστέρια. Τα απαραίτητα σκέφτηκε. Τα απαραίτητα συνειδητοποίησε. Χρειάστηκε να αποκτήσει και να χάσει τα πάντα για να μάθει την λέξη. «Τα απαραίτητα» ξανασκέφτηκε. Πιο δυνατά αυτήν την φορά. Έχασε αυτά που νομίζε ως «τα πάντα» και τώρα, μετά την κρίση, κέρδισε μια λέξη. Μια ζωή. Μια λέξη. Μια αγκαλιά που χωράει ακριβώς. Μια λέξη. Και τον άνθρωπό του. «Τα απαραίτητα» είπε.

– Ξέρεις κάτι; Μπορώ να ζήσω μόνο με αυτό. Εσύ κι εγώ. Τα απαραίτητα.

Ευχαριστούμε για την κατανόηση

Σας πληροφορούμε ότι ο ανθρωπος που αγαπήσατε αποφάσισε να σας διαγράψει.
Δεν έχετε καμία θέση μέσα του.
Δεν θα ξανακοιμηθείτε πλάι του.
Δεν θα τον ξαναγκαλιάσετε.
Δε θα τον φιλήσετε ποτέ πια.
Δε θα τον ακούτε,δε θα τον βλέπετε.
Δε θα τον μυρίσετε,δε θα τον ξαναδείτε όταν ξυπνάει.
Δε θα γελάσετε ποτέ μαζί.
Δεν θα μοιραστείτε τη ζωή σας μαζί του.
Δε θέλει κάτι από εσάς.
Μην τον ξαναενοχλήσετε.
Βρείτε τρόπο να προχωρήσετε στη ζωή σας.


“The Second Self: Computers and the Human Spirit” by Sherry Turkle

Extract from the book “The Second Self: Computers and the Human Spirit” by Sherry Turkle (Chapter 6. Hackers: Loving the Machine for Itself, p.185)

Bibliographic Record

Turkle, S. (2008). The Second Self: Computers and the Human Spirit (20th ed., first edition published by Simon & Schuster, Inc., New York in 1984). Cambridge, Massachusetts. London, England: The MIT Press.

Date a girl who reads

“Date a girl who reads. Date a girl who spends her money on books instead of clothes. She has problems with closet space because she has too many books. Date a girl who has a list of books she wants to read, who has had a library card since she was twelve.

Find a girl who reads. You’ll know that she does because she will always have an unread book in her bag.She’s the one lovingly looking over the shelves in the bookstore, the one who quietly cries out when she finds the book she wants. You see the weird chick sniffing the pages of an old book in a second hand book shop? That’s the reader. They can never resist smelling the pages, especially when they are yellow.

She’s the girl reading while waiting in that coffee shop down the street. If you take a peek at her mug, the non-dairy creamer is floating on top because she’s kind of engrossed already. Lost in a world of the author’s making. Sit down. She might give you a glare, as most girls who read do not like to be interrupted. Ask her if she likes the book.

Buy her another cup of coffee.

Let her know what you really think of Murakami. See if she got through the first chapter of Fellowship. Understand that if she says she understood James Joyce’s Ulysses she’s just saying that to sound intelligent. Ask her if she loves Alice or she would like to be Alice.

It’s easy to date a girl who reads. Give her books for her birthday, for Christmas and for anniversaries. Give her the gift of words, in poetry, in song. Give her Neruda, Pound, Sexton, Cummings. Let her know that you understand that words are love. Understand that she knows the difference between books and reality but by god, she’s going to try to make her life a little like her favorite book. It will never be your fault if she does.

She has to give it a shot somehow.

Lie to her. If she understands syntax, she will understand your need to lie. Behind words are other things: motivation, value, nuance, dialogue. It will not be the end of the world.

Fail her. Because a girl who reads knows that failure always leads up to the climax. Because girls who understand that all things will come to end. That you can always write a sequel. That you can begin again and again and still be the hero. That life is meant to have a villain or two.

Why be frightened of everything that you are not? Girls who read understand that people, like characters, develop. Except in the Twilight series.

If you find a girl who reads, keep her close. When you find her up at 2 AM clutching a book to her chest and weeping, make her a cup of tea and hold her. You may lose her for a couple of hours but she will always come back to you. She’ll talk as if the characters in the book are real, because for a while, they always are.

You will propose on a hot air balloon. Or during a rock concert. Or very casually next time she’s sick. Over Skype.

You will smile so hard you will wonder why your heart hasn’t burst and bled out all over your chest yet. You will write the story of your lives, have kids with strange names and even stranger tastes. She will introduce your children to the Cat in the Hat and Aslan, maybe in the same day. You will walk the winters of your old age together and she will recite Keats under her breath while you shake the snow off your boots.

Date a girl who reads because you deserve it. You deserve a girl who can give you the most colorful life imaginable. If you can only give her monotony, and stale hours and half-baked proposals, then you’re better off alone. If you want the world and the worlds beyond it, date a girl who reads.

Or better yet, date a girl who writes.”

by Rosemarie Urquico (posted originally on Facebook)

The Little Prince, extract from Chapter IV

The Little Prince (1943), original title ‘Le Petit Prince’, by Saint-Exupery, translated by Katherine Woods

(drawings by Saint-Exupery, found here)

I have serious reason to believe that the planet from which the little prince came is the asteroid known as B-612. This asteroid has only once been seen through the telescope. That was by a Turkish astronomer, in 1909. 

On making his discovery, the astronomer had presented it to the International Astronomical Congress, in a great demonstration. But he was in Turkish costume, and so nobody would believe what he said. Grown-ups are like that…

Fortunately, however, for the reputation of Asteroid B-612, a Turkish dictator made a law that his subjects, under pain of death, should change to European costume. So in 1920 the astronomer gave his demonstration all over again, dressed with impressive style and elegance. And this time everybody accepted his report. 

If I have told you these details about the asteroid, and made a note of its number for you, it is on account of the grown-ups and their ways. When you tell them that you have made a new friend, they never ask you any questions about essential matters. They never say to you, “What does his voice sound like? What games does he love best? Does he collect butterflies?” Instead, they demand: “How old is he? How many brothers has he? How much does he weigh? How much money does his father make?” Only from these figures do they think they have learned anything about him.

If you were to say to the grown-ups: “I saw a beautiful house made of rosy brick, with geraniums in the windows and doves on the roof,” they would not be able to get any idea of that house at all. You would have to say to them: “I saw a house that cost $20,000.” Then they would exclaim: “Oh, what a pretty house that is!”

Just so, you might say to them: “The proof that the little prince existed is that he was charming, that he laughed, and that he was looking for a sheep. If anybody wants a sheep, that is a proof that he exists.” And what good would it do to tell them that? They would shrug their shoulders, and treat you like a child. But if you said to them: “The planet he came from is Asteroid B-612,” then they would be convinced, and leave you in peace from their questions.


In certain situations, replying ‘nothing’ when asked what one is thinking about may be pretense in a man. Those who are loved are well aware of this. But if that reply is sincere, if it symbolizes that odd state of soul in which the void becomes eloquent, in which the chain of daily gestures is broken, in which the heart vainly seeks the link that will connect it again, then it is as it were the first sign of absurdity.

Extract from Albert Camus’ The Myth of Sisyphus (published in 1942), translated by Justin O’Brien in 1955. It is taken from “Chapter 1 – An Absurd Reasoning”.

“The Myth of Sisyphus” introduces the absurd through Sisyphus, a character taken from the Greek mythology, condemned to push a boulder over a mountain, let it roll down and push it up again; a meaningless task, an absurd task.